Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές;

Του Όθωνα Κουμαρέλλα

Απορούν οι τηλεαστέρες των δελτίων των οκτώ, αλλά και των πρωινών ενημερωτικών εκπομπών, γιατί άραγε με τέτοια μείωση εισοδημάτων και ζήτησης δεν πέφτουν οι τιμές. Αναλύσεις επί αναλύσεων «σοβαροί» οικονομολογούντες πολιτικοί και άλλοι, μιλούν για το «Ελληνικό παράδοξο», περίπου σαν να φταίει το DNA και ο «κακός μας ο καιρός» και αναθεματίζουν τους «κερδοσκόπους» και την «αδυναμία» του Κράτους να τους ελέγξει. Κανείς τους όμως δεν τολμάει να πει την αλήθεια. Ή μήπως αυτή βρίσκεται τόσο μακριά, που ούτε καν να τη φανταστούν μπορούν από τη θρησκόληπτη προσήλωσή τους στους «δήθεν» κανόνες της «δήθεν» ελεύθερης αγοράς;

Βεβαίως η Ελληνική αγορά (και όχι μόνο) χαρακτηρίζεται από μονοπωλιακές, ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις και κερδοσκοπία. Φαινόμενα που πάντα υπήρχαν και σε συνθήκες κρίσης επιδεινώνονται. Αλλά το πρόβλημα είναι αλλού.

Το πρόβλημα είναι στην ίδια τη λογική της «εσωτερικής υποτίμησης» και απλά τα φαινόμενα αυτά έρχονται προστιθέμενα, να της προσφέρουν τις «καλές τους υπηρεσίες».

Όχι μόνο δεν μπορούν, λόγω της κερδοσκοπίας και των μονοπωλιακών δομών της αγοράς, αλλά δεν πρέπει να πέσουν οι τιμές των προϊόντων ακολουθώντας τη λογική αυτή, αν και δεν πρόκειται αυτό να ομολογηθεί ποτέ!

Έτσι κι αν λόγω της πτώσης της ζήτησης υπάρξει τάση για μείωση κάποιων από τις τιμές, θα υπάρξουν αντισταθμίσεις, π.χ. η επιβολή μιας έκτακτης φορολογίας, προκειμένου αυτές να διατηρηθούν υψηλές. Ο σκοπός της «εσωτερικής υποτίμησης» είναι η πτώση του διαθέσιμου εισοδήματος και των αξιών των περιουσιακών στοιχείων, δημόσιων και ιδιωτικών. Και γιατί αυτό; Μόνο για την «ανταγωνιστικότητα» της οικονομίας, όπως μας λένε; Μα οικονομίες με πολύ υψηλότερα εισοδήματα και αξίες περιουσιακών στοιχείων είναι κατά πολύ πιο ανταγωνιστικές από την Ελληνική. Γιατί λοιπόν, αφού κι αυτό το επιχείρημα «χλωμιάζει» και δεν πείθει πλέον;

Γιατί η λογική της «εσωτερικής υποτίμησης» έχει να κάνει με την ίδια την αξία του (δανειζόμενου αφού δεν παράγεται εντοπίως) χρήματος.

Και πως καθορίζεται η αξία του χρήματος;

Οπωσδήποτε με το σε τι αντιστοιχεί μια νομισματική μονάδα, δηλαδή τι αντίκρισμα έχει. Και ο μόνος τρόπος να καθορίσουμε το αντίκρισμα (αφού το χρήμα είναι στη βάση και την ουσία του μέσο συναλλαγής, ανεξάρτητα αν τελικά κατέληξε να γίνει το ίδιο εμπόρευμα), είναι η αγοραστική δύναμη, δηλαδή σε ποια προϊόντα της ίδιας ποιότητας και ποσότητας αντιστοιχεί μια νομισματική μονάδα. Και είναι τελικά η διαφορά σε αυτή την αγοραστική δύναμη (πέραν των κερδοσκοπικών παιγνίων), που επηρεάζει επίσης τις ισοτιμίες μεταξύ διαφορετικών νομισμάτων.

Αν λοιπόν έχουμε ένα μέσο μισθό 1000 ευρώ που αντιστοιχούσε το 2009 στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων καταναλωτικών αναγκών και ακολουθούσαμε μια πολιτική ταυτόχρονης μείωσης μισθών και τιμών, σήμερα με μέσο μισθό 500 ευρώ αν μπορούσαμε να καλύπτουμε τις ίδιες ακριβώς, ή περίπου, καταναλωτικές ανάγκες, τότε θα είχαμε πετύχει μηδενικό αποτέλεσμα, έχοντας ουσιαστικά διπλασιάσει, ονομαστικά και μόνο, την αξία του χρήματος στην εσωτερική αγορά. Άρα, οποιαδήποτε τέτοια επιλογή είναι περιττή και αναποτελεσματική ως προς τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν.

Η λογική της «εσωτερικής υποτίμησης» είναι άλλη, απολύτως αναγκαία γι’ αυτούς που την επιλέγουν και εξαιρετικά αποτελεσματική.

Είναι η υπερπληθώριση της εσωτερικής αγοράς μέσω της μείωσης των μισθών και εν γένει των αμοιβών, αλλά ταυτόχρονα η συγκράτηση ή ακόμα και αύξηση των τιμών των προϊόντων, καθώς και της φορολόγησης, δηλαδή μέσω της «εσωτερικής» υποτίμησης επιδιώκεται η διάβρωση έως κατακρήμνιση της αγοραστικής δύναμης και της ρευστοποίησης έτσι κάθε περιουσιακού στοιχείου, αλλά διατηρώντας την αξία του χρήματος σταθερή, ή και ανοδική ως προς τις εξωτερικές συναλλαγές, άρα και του Χρέους, το οποίο πρέπει να αποπληρωθεί μέχρι τελευταίου σέντ και σε αξία που οι κάτοχοί του (Τράπεζες και Κυβερνήσεις που ελέγχονται από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο), καθορίζουν κάθε φορά.

Η «εσωτερική» υποτίμηση λοιπόν, επιλέχθηκε για να μειωθεί η αγοραστική δύναμη, χωρίς όμως να υποστεί αντίστοιχη μεταβολή η αξία του δάνειου χρήματος και υλοποιείται μέσω της μείωσης των εισοδημάτων με ταυτόχρονη αύξηση έστω και μερική των τιμών των προϊόντων, οδηγώντας ταυτόχρονα σε εξευτελισμό κάθε περιουσιακού στοιχείου.

Και βεβαίως, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ μείωση των τιμών, αφού επιδιώκεται το αντίθετο, ούτε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας με αυτή τη πολιτική. Έτσι, ακριβώς εξηγείται γιατί το χρέος αυξάνει αντί για να μειώνεται παρά τα PSI, τα κουρέματα και τα ξυρίσματά του. Γιατί έτσι έχει σχεδιαστεί, όσο το πληρώνεις αυτό το άτιμο να αυξάνει και αυτό θα γίνονταν τουλάχιστον πιο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, χωρίς την «εσωτερική υποτίμηση». Πρόκειται κυριολεκτικά για πολιτική εμπέδωσης δουλοπαροικίας χρέους.

Συμβαίνει δηλαδή, ακριβώς αυτό που μας απειλούν ότι θα συνέβαινε αν οψέποτε προχωρούσαμε στη καθιέρωση Εθνικού νομίσματος και ακολουθούσε «εξωτερική» υποτίμηση.

Αντίθετα με Εθνικό νόμισμα και «εξωτερική» υποτίμηση, που η τελευταία δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τρόπο τουλάχιστον που υπονοείται, θα συνέβαινε αυτό που οι δανειστές και οι ντόπιοι λακέδες τους φοβούνται σαν τον διάβολο το λιβάνι.

Σταθεροποίηση κατ’ αρχή της αγοραστικής δύναμης του μισθού και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων στο εσωτερικό και διάβρωση της αξίας του χρέους ως προς το εξωτερικό. Και οι σχεδιασμοί δημιουργίας υποσαχάριου τύπου ειδικής οικονομικής ζώνης στο νότο της Ευρώπης, στο κάλαθο των αχρήστων. Παράδειγμα: με τις επανειλημμένες υποτιμήσεις και διολισθήσεις που ακολουθούσε η δραχμή τις δεκαετίες του ’70, ’80, ’90, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών δεν εθίγετο, αντίθετα βελτιώνονταν σταθερά και η αξία των περιουσιακών στοιχείων επίσης.

Παράλληλα, πέρα από τη διάβρωση του χρέους, αν η χώρα αποκτούσε ξανά εργαλεία άσκησης πολιτικής με τη καθιέρωση Εθνικού νομίσματος, θα αφαιρούσε ταυτόχρονα εργαλεία πίεσης και εκβιασμών από τους δανειστές, με συνέπεια, αν δεν προχωρούσαμε σε μονομερή διαγραφή του συνόλου του χρέους, όπως εμείς υποστηρίζουμε, θα μπορούσε να γίνει ουσιαστική διαπραγμάτευση με κατοχύρωση των ζωτικών συμφερόντων της χώρας και των πολιτών της.

Σήμερα με την «εσωτερική» υποτίμηση και τη διατήρηση της χώρας υπό καθεστώς επί της ουσίας ξένου νομίσματος, που αναγκαζόμαστε να δανειζόμαστε συνεχώς, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που θα συνέβαινε στη περίπτωση ύπαρξης Εθνικού νομίσματος και μάλιστα με βίαιο τρόπο. Δηλαδή, τα πάντα όλα στους δανειστές, χωρίς κανένα διαπραγματευτικό χαρτί στην ελληνική πλευρά, ρευστοποίηση εσωτερικών αξιών κατάρρευση μισθών και αμοιβών και εξαΰλωση κάθε ίχνους οργανωμένου Κράτους, με υποκατάσταση των αναγκαίων δομών είσπραξης φόρων και εσωτερικής ασφάλειας από ξένες επιτροπείες, με ένα Κοινοβούλιο και μια Κυβέρνηση εντελώς διακοσμητικού χαρακτήρα.

Τέτοια αντιστροφή της αλήθειας και παραβίαση της Λογικής, μόνο ένας διεστραμμένος εγκέφαλος, ή ο εγκέφαλος επαγγελματιών οικονομικών δολοφόνων θα μπορούσε να συλλάβει και να παρουσιάζει την «εσωτερική» υποτίμηση ως το αναγκαίο «φάρμακο» για τη θεραπεία της κρίσης.

Και επειδή θα πρέπει να υπάρξει κάποια στιγμή εικονική σταθεροποίηση και στην εσωτερική αγορά, με απόλυτο όμως εξευτελισμό της αξίας των πάντων, το περίφημο «διπλό νομισματικό» είναι προ των πυλών! Και η ξένη κατοχή θα γίνει τέλεια και μη αναστρέψιμη, τουλάχιστον ειρηνικά.

Έτσι υλοποιείται σταδιακά η ρευστοποίηση ολόκληρης της χώρας και η μετατροπή της σε υποσαχάριου τύπου Ειδική Οικονομική Ζώνη, διαχωρισμένη μάλιστα σε υποζώνες ανά γεωγραφική περιφέρεια και πλέγμα συμφερόντων που θα πρέπει να εξυπηρετηθούν.

Και οι κάτοικοι της κατατεμαχισμένης χώρας, όσοι απ’ αυτούς θα έχουν επιζήσει, ή δεν θα έχουν φύγει μετανάστες, κούληδες και δουλοπάροικοι, μαζί με τα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων μεταναστών από την Αφρική και την Ασία, που με τέτοια επιτηδειότητα φρόντισαν να φέρουν από νωρίς στη χώρα. Ντόπιοι κούληδες και ξένοι μετανάστες, ένα πράγμα, μια ενιαία ανθρωπομάζα εφεδρικής εργατικής δύναμης κυριολεκτικά δούλοι στην υπηρεσία των επικυρίαρχων.

Όσον αφορά στους «οικονομολόγους» και τους παντογνώστες «μπουμπούκους» της πολιτικής, που μας «γανώνουν» το κεφάλι με την επιστημοσύνη τους, ας ξανανοίξουν τα βιβλία τους, αν και πολύ φοβούμαστε, ότι θα χρειαστεί να ξεκινήσουν από την αρχή, δηλαδή από το νηπιαγωγείο! Αλλά αυτοί, τουλάχιστον οι περισσότεροι, υπηρετώντας με τέτοια αφοσίωση τα αφεντικά τους, φρόντισαν πλουτίζοντας να μην τους αφορά το θέμα και μόνο αφ’ υψηλού να μας κουνούν το δάκτυλο….

Α΄ς μιλήσουμε επιτέλους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου